Ένα βράδυ με πανσέληνο, ο βασιλιάς Χωρ και η βασίλισσα Έϋα ξέχασαν γι’ άλλη μια φορά να ξεκλειδώσουν το μπουντρούμι όπου κοιμόταν ο Τομ, του είπαν να τα καθαρίσει όλα πάλι γιατί κάποια αντικείμενα ήταν κάπως σκονισμένα, φίλησαν τον Άμταξ και του είπαν ότι ήταν καλύτερος απ’ τον Ύσθωρ, έπειτα χτύπησαν τον Ύσθωρ ενθαρρυντικά στην πλάτη και του είπαν ότι ήταν καλύτερος απ’ τον Άτμαξ, έπεσαν για ύπνο και δεν ξαναξύπνησαν.
Το επόμενο πρωί ο Τομ καθάριζε το τραπέζι της κουζίνας με την μπλούζα του (γιατί ο βασιλιάς και η βασίλισσα είχαν ξεχάσει να ξεκλειδώσουν την αποθήκη), όταν κάτω από το μπρούτζινο κηροπήγιο βρήκε ένα σημείωμα. Το σημείωμα έλεγε:
Ύσθωρ και Άμταξ
(ή Άμταξ και Ύσθωρ, βρείτε τα μόνοι σας)
Απόψε η μαμά σας κι εγώ, εξουθενωμένοι απ’ το άγχος και την ταλαιπωρία του να σας ανατρέφουμε, αποφασίσαμε να πέσουμε για ύπνο και να μην ξαναξυπνήσουμε.
Τα κορνφλέικς δεν ξέρω πού είναι, ρωτήστε τον Τομ.
Καλημέρα.
Ο πατέρας σας,
βασιλιάς Χωρ.
Κάτω απ’ αυτό το σημείωμα ο Τομ βρήκε κι ένα άλλο, απ’ τη βασίλισσα:
(Τομ αν κοιτάς αυτό το σημείωμα να σταματήσεις αμέσως και βάλε το κηροπήγιο στη θέση του.)









